Αξίζουμε οι Έλληνες καλύτερα;

Το περασμένο Σαββατοκύριακο βρέθηκα στη Θεσσαλονίκη και όπως χιλιάδες συμπολίτες μας επισκέφθηκα τη ΔΕΘ. Απροσδόκητα, βρέθηκα αντιμέτωπος με μια τεράστια αντίθεση. Από τη μια έξω στους δρόμους η Ελλάδα της κρίσης, της ανεργίας και της φτώχειας.

Αξίζουμε οι Έλληνες καλύτερα;

Αξίζουμε οι Έλληνες καλύτερα; 150 150 Κωνσταντίνος Δαρδαμάνης

Το περασμένο Σαββατοκύριακο βρέθηκα στη Θεσσαλονίκη και όπως χιλιάδες συμπολίτες μας επισκέφθηκα τη ΔΕΘ. Απροσδόκητα, βρέθηκα αντιμέτωπος με μια τεράστια αντίθεση. Από τη μια έξω στους δρόμους η Ελλάδα της κρίσης, της ανεργίας και της φτώχειας. Από την άλλη στις εκθέσεις των πανεπιστημίων, η Ελλάδα της δημιουργίας, της καινοτομίας, η Ελλάδα που προκόβει. Μοιραία αναδύθηκε λοιπόν το ερώτημα, πώς θα μπορέσουμε να ξεφύγουμε από την Ελλάδα της μιζέριας και να οδηγηθούμε στην Ελλάδα του αύριο. Την απάντηση, έμελλε να δώσει ο Κυριάκος Μητσοτάκης το βράδυ του Σαββάτου στο Βελλίδειο.

Αψηφώντας μια “παράδοση” δεκαετιών πλέον, που θέλει τον εκάστοτε Αρχηγό της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης, να επιδίδεται αφενός σε ένα ρεσιτάλ ακατάσχετης παροχολογίας και αφετέρου σε ένα κρεσέντο αφορισμών και λαϊκισμού, με κορυφαίο μετρ του είδους τον νυν Πρωθυπουργό, ο Κυριάκος Μητσοτάκης προτίμησε αντί αυτού να μιλήσει τη γλώσσα της αλήθειας και να αναπτύξει το όραμά του για την Ελλάδα του αύριο, ένα σύγχρονο δυτικό ευρωπαϊκό κράτος-πρότυπο, την Ελλάδα που αξίζουμε. Το όραμα αυτό στηρίζεται σε τρεις κύριους άξονες.
Αναπόφευκτα, πρώτος και κύριος δεν θα μπορούσε να είναι άλλος από την οικονομία. Ο στόχος, δεν είναι άλλος, παρά η δημιουργία ενός πραγματικά φιλικού περιβάλλοντος προς τις επενδύσεις, η ανάκαμψη και φυσικά η δημιουργία νέων και καλά αμειβόμενων θέσεων εργασίας. Η δραστική μείωση φορολογικών και ασφαλιστικών βαρών, η απλοποίηση και σταθεροποίηση του φορολογικού συστήματος για τουλάχιστον μια πενταετία και η δημιουργία φορολογικών κινήτρων προκειμένου οι επιχειρήσεις να επενδύσουν κεφάλαια τόσο σε πάγια, στην έρευνα και την καινοτομία, όσο φυσικά και στην απασχόληση προσωπικού, είναι μερικά μόνο από τα μέτρα που εξήγγειλε. Παράλληλα, επέμεινε και δεσμεύτηκε για την επιθετική προώθηση εμβληματικών επενδύσεων, όπως αυτές των Σκουριών και του Ελληνικού.
Στη συνέχεια, αναφέρθηκε στη αναδιοργάνωση του κράτους, των δομών και των θεσμών του. Όσον αφορά τις δομές, προέταξε μια σειρά διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων, όπως η αξιολόγηση λειτουργιών και προσωπικού του Δημοσίου τομέα, η κινητικότητα, η ηλεκτρονική διακυβέρνηση με ιδιαίτερη έμφαση στην ψηφιακή ταυτότητα του πολίτη, η επιτάχυνση στην απονομή της Δικαιοσύνης, η ραγδαία μείωση της γραφειοκρατίας, το άνοιγμα της αγοράς αγαθών, προϊόντων και υπηρεσιών, η απλοποίηση και επιτάχυνση των αδειοδοτήσεων και η βελτίωση του χωροταξικού και πολεοδομικού πλαισίου με απλές και σαφείς χρήσεις γης. Ταυτόχρονα όμως στο πεδίο των θεσμών μίλησε για την ανάγκη απεμπλοκής της εκλογής Προέδρου της Δημοκρατίας από την προκήρυξη πρόωρων εκλογών, την αλλαγή του εκλογικού νόμου προς ένα σαφώς πιο δίκαιο και λειτουργικό σύστημα και τέλος, την οργάνωση της κυβέρνησης και της ανώτατης διοίκησης.
Ο τρίτος πυλώνας, δεν θα μπορούσε παρά να αφορά την Παιδεία και τη στήριξη των νέων και των κοινωνικά ασθενέστερων. Ξεκινώντας με την άμεση κατάργηση των νόμων Μπαλτά, Φίλη και Γαβρόγλου, που γυρίζουν την Παιδεία δεκαετίες πίσω, στόχος του Κυριάκου Μητσοτάκη είναι η δημιουργία ενός σύγχρονου Πανεπιστημίου, πραγματικά ανοιχτού σε όλους. Μίλησε με σαφήνεια για αξιολόγηση, σύνδεση χρηματοδότησης – απόδοσης, διοικητική και διαχειριστική αυτοτέλεια, συνεργασία με τον ιδιωτικό τομέα για τη δημιουργία ερευνητικών κέντρων, ξενόγλωσσων προγραμμάτων, θερινών προγραμμάτων εκπαίδευσης και σχολών δια βίου μάθησης. Παράλληλα, το άσυλο θα αποκτήσει εκ νέου νόημα, τα εκπαιδευτικά ιδρύματα θα πάψουν να είναι κέντρα ανομίας και βίας, ενώ με τις αλλαγές που προτείνει, οι φοιτητοπατέρες παύουν να έχουν λόγο στη διοίκηση των πανεπιστημίων. Πέραν όμως από την Παιδεία δεν παρέλειψε να αναφερθεί και στη στήριξη της νεανικής επιχειρηματικότητας, στα προγράμματα κατάρτισης ανέργων και στην αναμόρφωση των ΚΕΚ, ώστε αυτά να συμβάλλουν τα μέγιστα στη στήριξη των νέων συμπολιτών μας που έχουν βρεθεί χωρίς δουλειά. Αναφέρθηκε επίσης, στην ανάγκη ενοποίησης των βασικών επιδομάτων σε ένα αξιοπρεπές ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα και τέλος στην αλλαγή εκείνων των διατάξεων του συνδικαλιστικού νόμου που γεννούν ανεργία.
Κατά τη διάρκεια των τριών και πλέον ωρών που διήρκησε η ομιλία και η συνέντευξη τύπου που ακολούθησε, ο Πρόεδρος της Νέας Δημοκρατίας απέφυγε ακόμη και να αναφερθεί στον κύριο Τσίπρα και την μνημειώδους ανικανότητας κυβέρνησή του. Άφησε τον πρωθυπουργό να θαυμάζει τον Μάο Τσε Τουνγκ, να υμνεί τον Ανδρέα Παπανδρέου και να νοσταλγεί την Ελλάδα του ’81. Επέλεξε να μοιραστεί μαζί με όλους τους Έλληνες το ρεαλιστικό όραμά του για την Ελλάδα του αύριο, την Ελλάδα που αξίζουμε. “Διότι οι Έλληνες αξίζουμε καλύτερα. Και μπορούμε καλύτερα.”